Επιβολή προστίμου ύψους 2.000 σε υποψήφιο Ευρωβουλευτή για αποστολή SPAM MAIL


Επιβολή προστίμου ύψους 2.000 σε υποψήφιο Ευρωβουλευτή από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ύστερα από καταγγελία Δικηγόρου.

“Ο καταγγελλόμενος απάντησε στις 21-02-2019 ως εξής: «Σχετικά με την ερώτησή σας, το mail σας βρίσκεται αναρτημένο δημόσια σε ιστοσελίδες που διαχειρίζονται οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων. Αν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε ενημερώσεις σχετικά με την υποψηφιότητά μου, μπορείτε να ζητήσετε (μέσω απάντησης στο παρόν mail) τη διαγραφή της ηλεκτρονικής σας διεύθυνσης από τη λίστα παραληπτών μου, κατά τις διατάξεις του Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και ειδικότερα του άρθρου 18.»

Στο κείμενο της καταγγελίας προς την Αρχή η καταγγέλλουσα αναφέρει επιπλέον τα εξής: «Θεωρώ απαράδεκτο να χρησιμοποιούνται στοιχεία επικοινωνίας που είμαι υποχρεωμένη να αναρτήσω βάσει της δικηγορικής μου ιδιότητας και για τον σκοπό άσκησης αυτής να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο για ψηφοθηρικούς, εμπορικούς ή προσωπικής προώθησης λόγους. Είναι πρόδηλο άλλωστε από τους συγκεκριμένους ιστότοπους στους οποίους βρίσκονται τα στοιχεία αυτά, ότι είναι αναρτημένα για επαγγελματικούς λόγους και μόνον και όχι για χρήση από οιονδήποτε για οποιονδήποτε λόγο, άλλως εγώ -όπως και κάθε άλλος συνάδελφος- θα έπρεπε να ασχολούμαστε με τη διαγραφή και τη διαλογή όλων αυτών των άσχετων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τη δικηγορική μας ιδιότητα. Θα ήθελα επίσης να επισημάνω πως στις προηγούμενες εκλογές εξαιτίας της αντίστοιχης πρακτικής του καταγγελλομένου από άλλους υποψηφίους, η ηλεκτρονική μου διεύθυνση είχε κατακλυστεί από παρόμοια άσχετα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία με αποσπούσαν από την εργασία μου και προς αποφυγή επανάληψης του φαινομένου αυτού, οδηγούμαι στην καταγγελία αυτή. Τέλος, θεωρώ παράνομη τη χρήση της ηλεκτρονικής μου διεύθυνσης στη λίστα παραληπτών του καταγγελλομένου (όπως αναφέρει ο ίδιος στο mail του) για την οποία ουδέποτε συναίνεσα ή έδειξα οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Για ποιον λόγο θα πρέπει να απεγγραφώ από μία λίστα -όπως με προτρέπει ο ίδιος- στην οποία ουδέποτε ενεγράφην; Σας παρακαλώ πολύ όπως επιληφθείτε του θέματος άμεσα, πριν η πρακτική αυτή παγιωθεί εις βάρος όλων των συναδέλφων.»

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

5. Επιτρέπεται η πολιτική επικοινωνία με χρήση ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων μόνο εφόσον συντρέχουν σ ω ρ ε υ τ ι κ ά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Τα στοιχεία επικοινωνίας έχουν αποκτηθεί νομίμως στο πλαίσιο προηγούμενης, παρόμοιας επαφής με τα υποκείμενα των δεδομένων, και το υποκείμενο κατά τη συλλογή των δεδομένων ενημερώθηκε για τη χρήση τους με σκοπό την πολιτική επικοινωνία και δεν εξέφρασε αντίρρηση για αυτήν τη χρήση. Η προηγούμενη επαφή δεν είναι απαραίτητο να έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα, π.χ. είναι νόμιμη η αποστολή μηνυμάτων όταν τα στοιχεία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συλλέχθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενης πρόσκλησης για συμμετοχή σε κάποια εκδήλωση ή δράση, ανεξαρτήτως του πολιτικού χαρακτήρα της. Αντιθέτως, δεν θεωρείται ότι συνιστά παρόμοια επαφή και δεν είναι νόμιμη η χρήση των ηλεκτρονικών στοιχείων επικοινωνίας προς τον σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας όταν τα στοιχεία αυτά αποκτήθηκαν στο πλαίσιο επαγγελματικής σχέσης, όπως για παράδειγμα η χρήση του αρχείου πελατών από υποψήφιο βουλευτή.
(β) O υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ασκεί το δικαίωμα αντίρρησης με τρόπο εύκολο και σαφή, και αυτό σε κάθε μήνυμα πολιτικής επικοινωνίας. Σε κάθε επικοινωνία απαιτείται να αναφέρεται ευδιάκριτα και σαφώς η ταυτότητα του αποστολέα ή του προσώπου προς όφελος του οποίου αποστέλλεται το μήνυμα, καθώς επίσης και μια έγκυρη διεύθυνση στην οποία ο αποδέκτης του μηνύματος μπορεί να ζητεί τον τερματισμό της επικοινωνίας. Η συγκατάθεση πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν.

6. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο καταγγελλόμενος, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη συγκατάθεση της καταγγέλλουσας ούτε είχε προηγούμενη συναλλακτική σχέση μαζί της, ήτοι η εν λόγω επικοινωνία πραγματοποιήθηκε χωρίς να συντρέχει κάποια εκ των προϋποθέσεων νομιμότητας που περιγράφονται στις ως άνω Σκέψεις 4 και 5. Εξάλλου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν κατέδειξε ότι ακολουθεί διαδικασίες, αναφορικά με την αποστολή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για σκοπούς πολιτικής επικοινωνίας, οι οποίες να διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις νομιμότητας. Τόσο από το περιεχόμενο της απάντησης του υπευθύνου επεξεργασίας προς την καταγγέλλουσα, όσο και από το περιεχόμενο του υπομνήματος που υπεβλήθη στην Αρχή, προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε αποστολή των μηνυμάτων πολιτικού περιεχομένου σε παραλήπτες των οποίων οι διευθύνσεις ήταν δημοσιευμένες στο διαδίκτυο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη από τον υπεύθυνο επεξεργασίας αν υπάρχει προς τούτο προηγούμενη συγκατάθεση ή προηγούμενη συναλλακτική σχέση, όπως απαιτεί το άρθρο 11 του ν. 3471/2006. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν παρείχε στην Αρχή καμία πληροφορία αναφορικά με τον αριθμό των παραληπτών και τη συχνότητα των μηνυμάτων αυτών.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω η Αρχή κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας η προβλεπόμενη στο άρθρο 21 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ν. 2472/1997 κύρωση που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, η οποία κρίνεται
ανάλογη με τη βαρύτητα της παραβάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα:

Επιβάλλει, με βάση τα άρθρα 19 παρ. 1 στοιχ. στ΄ και 21 του ν. 2472/1997 και 13 παρ. 1 και 4 του ν. 3471/2006, στον Β πρόστιμο 2.000 Ευρώ για την ως άνω διαπιστωθείσα παραβίαση του άρθρου 11 του ν. 3471/2006.”

Μπορείτε να μελετήσετε όλη την απόφαση 19/2019 καταχωρώντας τα στοιχεία της στον ακόλουθο σύνδεσμο